Νόσος των ελαχίστων αλλοιώσεων

minimal change disease

Αιτιολογική ταξινόμηση


Η ταυτοποίηση στην ιδιοπαθή - πρωτοπαθή μεμβρανώδη νεφροπάθεια των αυτοαντισωμάτων που στρέφονται έναντι του υποδοχέα φωσφολιπάσης Α2 τύπου P (PLA2R) και έναντι της περιοχής της θρομβοσπονδίνης τύπου 1 που περιέχει τη πρωτεΐνη 7Α (THSD7A), που εκφράζονται ως ενδογενή αντιγόνα στα ποδοκύτταρα, και η αναγνώριση της παθογενετικής τους σημασίας, άλλαξε σημαντικά τον τρόπο κατανόησης αυτής της οντότητας. Η παθογένεια της πρωτοπαθούς νόσου συζητείται διεξοδικά στη συνέχεια· ωστόσο με δεδομένο ότι στο 70-85% και στο 3-5% των περιπτώσεων ιδιοπαθούς - πρωτοπαθούς μεμβρανώδους νεφροπάθειας υπάρχουν αντισώματα έναντι του PLA2R και έναντι της περιοχής της θρομβοσπονδίνης τύπου 1 που περιέχει την πρωτεΐνη 7Α (THSD7A), αντίστοιχα, ο προσδιορισμός 'πρωτοπαθής' ενδεχομένως να είναι πιο δόκιμος σε σχέση με τον αντίστοιχο ΄ιδιοπαθής', παρότι χρησιμοποιούνται γενικά ως ισοδύναμοι.

Πρωτοπαθής νόσος των ελαχίστων αλλοιώσεων

 
Πρωτοπαθής μεμβρανώδης νεφροπάθεια
  • σχετιζόμενη με αντι-PLA2R Abs ΜΝ
  • σχετιζόμενη με αντι-THSD7A Abs ΜΝ
  • σχετιζόμενη με αντι-NELL-1 Abs ΜΝ
  • σχετιζόμενη με αντι-Sema3B Abs ΜΝ
  • μη-προσδιορισμένη πρωτοπαθής ΜΝ

ΜΝ: μεμβρανώδης νεφροπάθεια
Abs: αντισώματα

Η ταυτοποίηση στην ιδιοπαθή - πρωτοπαθή μεμβρανώδη νεφροπάθεια των αυτοαντισωμάτων που στρέφονται έναντι του υποδοχέα φωσφολιπάσης Α2 τύπου P (PLA2R) και έναντι της περιοχής της θρομβοσπονδίνης τύπου 1 που περιέχει τη πρωτεΐνη 7Α (THSD7A), που εκφράζονται ως ενδογενή αντιγόνα στα ποδοκύτταρα, και η αναγνώριση της παθογενετικής τους σημασίας, άλλαξε σημαντικά τον τρόπο κατανόησης αυτής της οντότητας. Η παθογένεια της πρωτοπαθούς νόσου συζητείται διεξοδικά στη συνέχεια· ωστόσο με δεδομένο ότι στο 70-85% και στο 3-5% των περιπτώσεων ιδιοπαθούς - πρωτοπαθούς μεμβρανώδους νεφροπάθειας υπάρχουν αντισώματα έναντι του PLA2R και έναντι της περιοχής της θρομβοσπονδίνης τύπου 1 που περιέχει την πρωτεΐνη 7Α (THSD7A), αντίστοιχα, ο προσδιορισμός 'πρωτοπαθής' ενδεχομένως να είναι πιο δόκιμος σε σχέση με τον αντίστοιχο ΄ιδιοπαθής', παρότι χρησιμοποιούνται γενικά ως ισοδύναμοι.

Η συχνότητα εμφάνισης της πρωτοπαθούς μεμβρανώδους νεφροπάθειας είναι 10 ασθενείς ανά εκατομμύριο πληθυσμού ετησίως. Στους ενήλικες, η μεμβρανώδης νεφροπάθεια ευθύνεται για το 20-40% των περιπτώσεων νεφρωσικού συνδρόμου.1,2,3 Η πρωτοπαθής μεμβρανώδης νεφροπάθεια έχει ηλιακή αιχμή εμφάνισης την τέταρτη έως την πέμπτη δεκαετία της ζωής και επικρατεί στους άνδρες σε σχέση με τις γυναίκες ( : = 2 : 1).3 Είναι συχνότερη σε άτομα Καυκάσιας προέλευσης, ακολουθούμενη σε συχνότητα σε άτομα Ασιατικής, Αφρικανικής και Ισπανικής προέλευσης. Στα παιδιά η μεμβρανώδης νεφροπάθεια είναι ασυνήθης.

PProfessionally productize real-time opportunities whereas bleeding-edge solutions. Authoritatively administrate cutting-edge ROI via synergistic e-business. Professionally maximize premier innovation vis-a-vis vertical deliverables. Efficiently grow customized ideas with backward-compatible portals. Continually benchmark user friendly functionalities whereas intuitive experiences.

PProfessionally productize real-time opportunities whereas bleeding-edge solutions. Authoritatively administrate cutting-edge ROI via synergistic e-business. Professionally maximize premier innovation vis-a-vis vertical deliverables. Efficiently grow customized ideas with backward-compatible portals. Continually benchmark user friendly functionalities whereas intuitive experiences.

Monotonectally deliver sticky convergence via progressive leadership. Objectively facilitate progressive "outside the box" thinking without extensible bandwidth. Conveniently initiate state of the art models via cross-media methods of empowerment. Monotonectally redefine seamless deliverables after 24/365 content. Intrinsicly exploit user friendly technology rather than worldwide synergy.

Appropriately deliver progressive internal or "organic" sources whereas high standards in human capital. Proactively visucross-platform imperatives. Dramatically optimize progressive web services rather than extensive catalysts for change. Quickly negoticross-platform imperatives. Dramatically optimize progressive web services rather than extensive catalysts for change. Quickly negotiate client-based niches after cross-unit interfaces. rofessionally productize real-time opportunities whereas bleeding-edge soAppropriately deliver progressive internal or "organic" sources whereas high standards in human capital. Proactively visucross-platform imperatives. Dramatically optimize progressive web services rather than extensive catalysts for change. Quickly negoticross-platform imperatives. Dramatically optimize progressive web services rather than extensive catalysts for change. Quickly negotiate client-based niches after cross-unit interfaces. rofessionally productize real-time opportunities whereas bleeding-edlutions. Authoritatively administrate cutting-edge Rze real-time opportunities whereas bleeding-edge solutions. Authoritatively administrate cutting-edge ROI via synergistic e-business. Professionally maximize premier innovation vis-a-vis vertical deliverables. Efficiently grow customized ideas with backward-compatible portals. Continually benchmark user friendly functionalities whereas intuitive experiences.

Δευτεροπαθείς μορφές της νόσου των ελαχίστων αλλοιώσεων

Νεοπλάσματα

Η επικρατέστερη αιτία παρανεοπλασματικής δευτεροπαθούς νόσου των ελαχίστων αλλοιώσεων είναι οι αιματολογικές κακοήθειες (πίνακας 1). Η νόσος έχει κλασικά συσχετιστεί με το λέμφωμα Hodgkin, της οποίας αποτελεί τη συχνότερη παρανεοπλασματική σπειραματική βλάβη. Συμβαίνει σε ποσοστό 0,4 έως 1 % των λεμφωμάτων Hodgin1, 2 και στη πλειονότητα των περιπτώσεων αφορά στον μορφολογικό υπότυπο της οζώδους σκλήρυνσης. Η χρονική συσχέτιση των δυο διαγνώσεων ποικίλει και σε ένα σημαντικό ποσοστό (∼ 40%) το νεφρωσικό σύνδρομο μπορεί να προηγείται, έως και έτη, της κλινικής διάγνωσης του λεμφώματος Hodgkin· σε αυτές τις περιπτώσεις το νεφρωσικό σύνδρομο εμφανίζει τυπικά αντίσταση ή εξάρτηση από τα κορτικοειδή και υποτροπιάζουσα πορεία,3 γεγονός που θα πρέπει να εγείρει την υποψία για υποκείμενο λέμφωμα. Η συσχέτιση των non Hodgin λεμφωμάτων με τη νόσο των ελαχίστων αλλοιώσεων είναι λιγότερο συχνή και έχει ανακοινωθεί σε ποσοστό μικρότερο του 0,2%, με υποκείμενες διαταραχές στο 50% των περιπτώσεων το λέμφωμα από Β-κύτταρα της οριακής ζώνης (μάλτωμα) και τη χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία.4, 5 Άλλες λεμφοϋπερπλαστικές διαταραχές της ομάδας των non Hodgin λεμφωμάτων που σχετίζονται με τη νόσο των ελαχίστων αλλοιώσεων είναι η μακροσφαιριναιμία Waldenström και σπανιότερα το πολλαπλό μυέλωμα.

Το θύμωμα και το καρκίνωμα από νεφρικά κύτταρα είναι τα συμπαγή νεοπλάσματα που έχουν συχνότερα συσχετιστεί με δευτεροπαθή νόσο των ελαχίστων αλλοιώσεων (πίνακας 2).6 Άλλοι συμπαγείς όγκοι που έχουν συσχετιστεί περιλαμβάνουν τον καρκίνο του πνεύμονα, του παχέος εντέρου και σπανιότερα του παγκρέατος, της ουροδόχου κύστης, του μαστού και των ωοθηκών (πίνακας 2).

Παθογένεια της παρανεοπλασματικής Η νεφροπάθεια ελάχιστης αλλαγής μπορεί να προκληθεί από κυτοκίνες που εκκρίνονται από διηθημένα λεμφοκύτταρα και μακροφάγα, τα οποία αυξάνουν τη σπειραματική διαπερατότητα. Ο ρόλος των λεμφοειδών ιστών στο συστηματικό και η σπειραματική αντίδραση που προκαλείται από έναν συμπαγή όγκο μπορεί έτσι να υποτεθεί. Η γενική φλεγμονή που προκαλείται από το Ο όγκος εξελίσσεται σε κοκκιώματα, με κυτοκίνη προϊόν

Ο αγγειακός ενδοθηλιακός αυξητικός παράγοντας (VEGF) είναι ένας πιθανός μεσολαβητής της παρανεοπλασματικής νόσου των ελαχίστων αλλοιώσεων. λόγω της ικανότητάς του να αυξάνει τη σπειραματική διαπερατότητα. Οι Taniguchi et al.14 ανέφεραν έναν ασθενή με αδενοκαρκίνωμα του ορθού που σχετίζεται με MCD στον οποίο τα επίπεδα του VEGF ήταν αυξημένα. Μετά την εκτομή του όγκου, η πρωτεϊνουρία εξαφανίστηκε και τα επίπεδα του VEGF μειώθηκαν στο φυσιολογικό. Ο ρόλος του VEGF στην παθογένεση των MCD και FSGS υποστηρίζεται περαιτέρω από τα ευρήματα ότι η υπερέκφραση του VEGF στα ποδοκύτταρα προκαλεί την κατάρρευση του FSGS σε πειραματικά ζωικά μοντέλα15 και ότι τα επίπεδα του VEGF στον ορό είναι αυξημένα σε παιδιά με νεφρωσικό σύνδρομο.16 Εάν το MCD είναι πράγματι συνέπεια της υπερέκφρασης VEGF στα καρκινικά κύτταρα δεν έχει ακόμη καθοριστεί.

Φάρμακα

ητρηξτυδξθφκθκυρφ(πίνακας 3)

Η οφειλόμενη σε μη στερεοειδείς αντιφλεγμονώδεις παράγοντες νόσος των ελαχίστων αλλοιώσεων εμφανίζεται κατά κύριο λόγο σε ηλικιωμένους, άνω των 60 ετών, ασθενείς. Εκδηλώνεται τυπικά με πρωτεϊνουρία > 3 g την ημέρα, και συνδυάζεται συχνά με οξεία διάμεση νεφρίτιδα και οξεία νεφρική βλάβη. Περίπου στις μισές περιπτώσεις η σπειραματική βλάβη βελτιώνονται με την απόσυρση του φαρμάκου· στις υπόλοιπες περιπτώσεις απαιτείται θεραπεία με στεροειδή, με ύφεση της νόσου συνήθως εντός 5 εβδομάδων. Σε ότι αφορά στη παθοφυσιολογία, η αναστολή της κυκλοξυγενάσης από τους μη στερεοειδείς αντιφλεγμονώδεις παράγοντες εκτρέπει τον μεταβολισμό του αραχιδονικού οξέος στη παραγωγή λευκοτριενίων μέσω της λιποξυγενάσης. Τα λευκοτριένια είναι προφλεγμονώδεις και αγγειοδραστικές χημειοκίνες, με επακόλουθη αύξηση της αγγειακής διαπερατότητας των σπειραματικών τριχοειδών και πρωτεϊνουρία. Επιπλέον, η συνοδός εκτεταμένη διήθηση του νεφρικού ιστού από λευκοκύτταρα αφενός και η μειονεκτική παραγωγή των ενδο-νεφρικών αγγειοδιασταλτικών προσταγλανδινών που προστατεύουν έναντι της νεφρικής ισχαιμίας αφετέρου, ερμηνεύουν την οξεία διάμεση νεφρίτιδα και την οξεία νεφρική βλάβη, αντίστοιχα, που συχνά συνυπάρχουν, ιστολογικά και κλινικά, με τη νόσο των ελαχίστων αλλοιώσεων.

Η οφειλόμενη στο λίθιο νόσος των ελαχίστων αλλοιώσεων εκδηλώνεται με μαζική πρωτεϊνουρία (3 έως 69 g την ημέρα). Εμφανίζεται στη πλειονότητα των περιπτώσεων εντός του πρώτου έτους της αγωγής και στους υπόλοιπους αργότερα, έως και μετά από 10 ή και περισσότερα έτη αγωγής. Η απόσυρση του φαρμάκου οδηγεί σε ύφεση της πρωτεϊνουρίας εντός 2-6 εβδομάδων. Η παθοφυσιολογία δεν έχει αποσαφηνισθεί. Έχει προταθεί ότι το λίθιο παρεμβαίνει τροποιητικά στην οδό της φωσφοϊνοσιτόλης που οδηγεί σε αυξημένη ενεργοποίηση των Τ-κυττάρων. Η επακόλουθη παραγωγή κυττοκινών προκαλεί βλάβη στο σπειραματικό επιθήλιο με αποτέλεσμα την αύξηση της σπειραματικής διαπερατότητας και τελικά την πρόκληση πρωτεϊνουρίας.

Η ιντερφερόνη-α και έχουν συσχετιστεί με εμφάνιση δευτεροπαθούς νόσου των ελαχίστων αλλοιώσεων. Ένα σηματικό ποσοστό έως 25% ασθενών που λαμβάνουν ιντερφερόνη εμφανίζουν πρωτεϊνουρία, έως 1 g την ημέρα, ενώ ελάχιστοι εξ αυτών (έως 0,001%) αναπτύσουν νεφρωσικό σύνδρομο.7 https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/2418169/. Ωστόσο, η επιβεβαιωμένη νόσος των ελαχίστων αλλοιώσεων είναι σπάνια επιπλοκή και εκδηλώνεται με πρωτεϊνουρία 3 έως 42 g την ημέρα, ανεξάρτητα της χορηγούμενης δόσης και σε οιαδήποτε χρονική στιγμή από την έναρξη της θεραπείας. Η νεφρική πρόγνωση είναι άριστη· η απόσυρση του φαρμάκου οδηγεί σε ύφεση της πρωτεϊνουρίας εντός 1 μηνός έως 2 έτη, ενώ η εκ νέου χορήγησή του συνδυάζεται συνήθως με επανεμφάνιση του νεφρωσικού συνδρόμου. Έχουν προταθεί διάφοροι παθοφυσιολογικοί μηχανισμοί, που περιλαμβάνουν τη βλάβη των ποδοκυττάρων από τα παραγόμενα εξουδετερωτικά αντισώματα έναντι της ιντερφερόνης,8 https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/2809276/ την αλληλεπίδραση της θετικά φορτισμένης ιντερφερόνης με την αρνητικά φορτισμένη σπειραματική βασική μεμβράνη, και τέλος την προκαλούμενη από την ιντερφερόνη ενεργοποίηση της κυτταρικής ανοσίας με επακόλουθη διήθηση από Τ-κύτταρα που οδηγεί σε υπερτροφία και υπερπλασία του σπειραματικού επιθηλίου.9 https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/12424571/Πέραν αυτών επιπρόσθετοι νεφροτοξικοί μηχανισμοί περιλαμβάνουν την επαγωγή της έκφρασης των εξαρτώμενων από την ιντερφερόνη γονιδίων στο τοιχωματικό και σπλαχνικό σπειραματικό επιθήλιο που οδηγεί σε διαταραχή της βιολογίας τους με αποτέλεσμα την αποκόλληση των ποδοκυττάρων από τη βασική σπειραματική μεμβράνη και απώλειά τους, αφενός και την μειονεκτική ικανότητα αναγέννησης των ποδοκυττάρων από τα τοιχωματικά επιθηλιακά κύτταρα, αφετέρου (https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/23747509),10 καθώς επίσης και

Ψευδάργυρος, κρέμες λεύκανσης και καθαρκτικά Η Hg είναι γνωστή ως επαγωγέας αλλεργικής δερματίτιδας εξ επαφής από τα τέλη του 19ου αιώνα (Boyd et al., 2000). Η Forte εξέτασε πρόσφατα αυτό το πρόβλημα (Forte et al., 2008), και τους Nonaka et al. (2011) ανέφεραν νέα δεδομένα. Η βαριά πρωτεϊνουρία, συνήθως ένα νεφρωτικό σύνδρομο, έχει περιγραφεί κατά τη διάρκεια της έκθεσης σε Hg από τον 19ο αιώνα. Στη σύγχρονη εποχή, οι Kazantzis et al. (1962) περιέγραψε τέσσερις περιπτώσεις εργατικά εκτεθειμένων σε Hg εργαζομένων με νεφρωτικό σύνδρομο μεταξύ μιας κοόρτης με παρόμοια άτομα. Stewart et αϊ. (1977) περιέγραψε την πρωτεϊνουρία σε 9 από τους 21 τεχνικούς που εκτέθηκαν επαγγελματικά σε Hg μετά τη διαρροή διαβρωτικού υποστρώματος. Σε αυτές τις περιπτώσεις αναφορές, η βαριά πρωτεϊνουρία που κυριαρχείται από λευκωματίνη υποδηλώνει σπειραματική βλάβη, σε αντίθεση με την πιο μέτρια, χαμηλού μοριακού βάρους πρωτεϊνουρία που σχετίζεται με τη σωληνοτοξική δράση του Hg. Έχουν επίσης αναφερθεί ορισμένες κλινικές περιπτώσεις σπειραματικής βλάβης (GN). Αυτά αποτελούνται από δύο τρίτα μεμβρανώδη GN (παθογένεσης ανοσοσυμπλόκου), και το ένα τρίτο GN ελάχιστης μεταβολής (άγνωστης παθογένεσης), που εκδηλώνονται ως βαριά πρωτεϊνουρία (τουλάχιστον 3 g / L). Εμφανίστηκαν μετά από έκθεση σε Hg, συμπεριλαμβανομένης της επαγγελματικής έκθεσης και της χρήσης κρέμας που φωτίζουν το δέρμα (Chan, 2011) και καθαρτικών (Lagrue et al., 1979), καθώς και άλλων οδών έκθεσης σε Hg (Kibukamusoke et al., 1974; Stewart et αϊ., 1977, Lagrue et al., 1979, Charpentier et αϊ., 1981; Tubbs et αϊ., 1982; Oliveira et αϊ., 1987; Barr, 1990; Pairon et αϊ., 1992; Weldon et αϊ. , 2000; Soo et al., 2003; Li et al., 2010; McKelvey et al., 2011; Saleem et al., 2013; Tang et al., 2013). Η ασθένεια συνήθως υποχώρησε όταν σταμάτησε η έκθεση σε Hg. Η έκθεση σε Hg σε ενήλικες έχει επίσης συσχετιστεί με συστηματική ασθένεια συμπεριλαμβανομένης της πρόκλησης αντιπυρηνικών αντισωμάτων (Schrallhammer-Benkler et al., 1992), ικανοποιώντας έτσι τα κριτήρια για αδιαφοροποίητη νόσο του συνδετικού ιστού (Röger et al., 1992).

Λοιμώξεις

Ιογενείς, παρασιτικές λοιώξεις, Mycoplasma pneumoniae jkhkjh;ihih

Ατοπία

Με βάση αναφορές μεμονωμένων ή μικρών σειρών περιστατικών, η έκθεση σε ένα πλήθος αλλεργιογόνων έχει συσχετιστεί με την εμφάνιση (δευτεροπαθούς) νόσου των ελάχιστων αλλοιώσεων, ή με την υποτροπή του νεφρωσικού συνδρόμου σε ήδη διαγνωσμένη νόσο. Οι παράγοντες που έχουν ενοχοποιηθεί περιλαμβάνουν:

  • εισπνεόμενα αλλεργιογόνα: γύρη δένδρων, χλόης και αγριόχορτου, μούχλα, οικιακή σκόνη, γούνα γάτας.
  • αλλεργιογόνα τροφίμων: αγελαδινό γάλα, γλιαδίνη (συστατικό της γλουτένης, που βρίσκεται σχεδόν στο σύνολο των δημητριακών), αλβουμίνη αυγού, χοιρινό, ψάρι, κοτόπουλο και βόειο κρέας.
  • εμβολιασμοί: έναντι της ηπατίτιδας Β και της ιλαράς, μεταξύ άλλων.
  • τσίμπημα μέλισσας και επαφή με τοξικόδενδρο (δηλητηριώδης βελανιδιά).

Παρότι όλα αυτά τα αλλεργιογόνα αναφέρονται παραδοσιακά ως αίτια δευτεροπαθούς νόσου, στη πλειονότητα των περιπτώσεων η απόδειξη αιτιώδους σχέσης μεταξύ της έκθεσης και της εμφάνισης της νόσου των ελάχιστων αλλοιώσεων είναι ανίσχυρη ή αδύνατο να τεκμηριωθεί.  Εναλλακτικά, θα μπορούσε να υποτεθεί ότι η συσχέτιση αυτή αντανακλά την κινητοποίηση μιας μη-φυσιολογικής αλλεργικής αντίδρασης ως αποτέλεσμα της διαταραχής της ανοσορρύθμισης, η οποία εμπλέκεται στον παθογενετικό πυρήνα της νόσου.

Αυτοάνοσα νοσήματα

Η ποδοκυττοπάθεια του λύκου (lupus podocytopathy) είναι η συχνότερη, σχετιζόμενη με αυτοάνοσα νοσήματα δευτεροπαθής μορφή της νόσου των ελάχιστων αλλοιώσεων. Βρίσκεται στο 1-2% των νεφρικών βιοψιών ασθενών με συστηματικό ερυθηματώδη λύκο. Η διάγνωση γίνεται σε ασθενείς με νεφρωσικό σύνδρομο που πληρούν τα κριτήρια για λύκο και παρουσιάζουν σοβαρή έως σφαιρική απόσυρση των ποδοειδών προσεκβολλών των ποδοκυττάρων στη νεφρική βιοψία. Το εύρημα αυτό μπορεί να υπάρχει με αρνητικό ανοσοφθορισμό, ή με παρουσία μεσαγγειακών ανοσοεναποθέσεων σε συνδυασμό με μεσαγγειακή υπερπλασία. Συνεπώς, η ποδοκυττοπάθεια του λύκου μπορεί να υπάρχει σε απουσία ιστολογικής διάγνωσης νεφρίτιδας του λύκου, ή να επιπροστίθεται στην ελάσσονα μεσαγγειακή και τη μεσαγγειοϋπερπλαστική νεφρίτιδα του λύκου (τάξη Ι και II νεφρίτιδα του λύκου, αντίστοιχα).

Άλλα αυτοάνοσα νοσήματα που λιγότερο συχνά έχουν συσχεισθεί με ποδοκυττοπάθεια και ειδικότερα με νόσο των ελάχιστων αλλοιώσεων περιλαμβάνουν την σκληρυντική χολαγγείτιδα, τη μυασθένεια Gravis, το σύνδρομο Guillain-Barre και την ερπητοειδή δερματίτιδα.

Κλινική εικόνα και εργαστηριακά ευρήματα


θογένεια της πρωτοπαθούς νόσου συζητείται διεξοδικά στη συνέχεια· ωστόσο με δεδομένο ότι στο 70-85% και στο 3-5% των περιπτώσεων ιδιοπαθούς - πρωτοπαθούς μεμβρανώδους νεφροπάθειας υπάρχουν αντισώματα έναντι του PLA2R και έναντι της περιοχής της θρομβοσπονδίνης τύπου 1 που περιέχει την πρωτεΐνη 7Α (THSD7A), αντίστοιχα, ο προσδιορισμός 'πρωτοπαθής' ενδεχομένως να είναι πιο δόκιμος σε σχέση με τον αντίστοιχο ΄ιδιοπαθής', παρότι χρησιμοποιούνται γενικά ως ισοδύναμοι.

Η συχνότητα εμφάνισης της πρωτοπαθούς μεμβρανώδους νεφροπάθειας είναι 10 ασθενείς ανά εκατομμύριο πληθυσμού ετησίως. Στους ενήλικες, η μεμβρανώδης νεφροπάθεια ευθύνεται για το 20-40% των περιπτώσεων νεφρωσικού συνδρόμου.1,2,3 Η πρωτοπαθής μεμβρανώδης νεφροπάθεια έχει ηλιακή αιχμή εμφάνισης την τέταρτη έως την πέμπτη δεκαετία της ζωής και επικρατεί στους άνδρες σε σχέση με τις γυναίκες ( : = 2 : 1).3 Είναι συχνότερη σε άτομα Καυκάσιας προέλευσης, ακολουθούμενη σε συχνότητα σε άτομα Ασιατικής, Αφρικανικής και Ισπανικής προέλευσης. Στα παιδιά η μεμβρανώδης νεφροπάθεια είναι ασυνήθης.

PProfessionally productize real-time opportunities whereas bleeding-edge solutions. Authoritatively administrate cutting-edge ROI via synergistic e-business. Professionally maximize premier innovation vis-a-vis vertical deliverables. Efficiently grow customized ideas with backward-compatible portals. Continually benchmark user friendly functionalities whereas intuitive experiences.

PProfessionally productize real-time opportunities whereas bleeding-edge solutions. Authoritatively administrate cutting-edge ROI via synergistic e-business. Professionally maximize premier innovation vis-a-vis vertical deliverables. Efficiently grow customized ideas with backward-compatible portals. Continually benchmark user friendly functionalities whereas intuitive experiences.

Monotonectally deliver sticky convergence via progressive leadership. Objectively facilitate progressive "outside the box" thinking without extensible bandwidth. Conveniently initiate state of the art models via cross-media methods of empowerment. Monotonectally redefine seamless deliverables after 24/365 content. Intrinsicly exploit user friendly technology rather than worldwide synergy.

Appropriately deliver progressive internal or "organic" sources whereas high standards in human capital. Proactively visucross-platform imperatives. Dramatically optimize progressive web services rather than extensive catalysts for change. Quickly negoticross-platform imperatives. Dramatically optimize progressive web services rather than extensive catalysts for change. Quickly negotiate client-based niches after cross-unit interfaces. rofessionally productize real-time opportunities whereas bleeding-edge soAppropriately deliver progressive internal or "organic" sources whereas high standards in human capital. Proactively visucross-platform imperatives. Dramatically optimize progressive web services rather than extensive catalysts for change. Quickly negoticross-platform imperatives. Dramatically optimize progressive web services rather than extensive catalysts for change. Quickly negotiate client-based niches after cross-unit interfaces. rofessionally productize real-time opportunities whereas bleeding-edlutions. Authoritatively administrate cutting-edge Rze real-time opportunities whereas bleeding-edge solutions. Authoritatively administrate cutting-edge ROI via synergistic e-business. Professionally maximize premier innovation vis-a-vis vertical deliverables. Efficiently grow customized ideas with backward-compatible portals. Continually benchmark user friendly functionalities whereas intuitive experiences.

Ιστολογικά ευρήματα


Η διάγνωση της μεμβρανώδους νεφροπάθειας γίνεται με τη βιοψία νεφρού. Όλα τα σπειράματα επηρεάζονται με ένα σχετικά πανομοιότυπο τρόπο. Ωστόσο αυτές οι ιστοπαθολογικές αλλοιώσεις είναι δυναμικές και εξελίσσονται στο χρόνο, γεγονός που αντανακλάται στη μεταβλητότητα των ευρημάτων από το οπτικό και το ηλεκτρονικό μικροσκόπιο. Στα αρχικά στάδια της νόσου η εξέταση με το οπτικό μικροσκόπιο μπορεί να είναι αρνητική· σε αυτές τις περιπτώσεις η διάγνωση βασίζεται κυρίως στον ανοσοφθορισμό, με την ανεύρεση IgG ανοσοσφαιρινικών εναποθέσεων, με κοκκώδες πρότυπο και καθολική κατανομή κατά μήκος του σπειραματικού τριχοειδικού τοιχώματος.

Οπτικό μικροκόπιο

Στο οπτικό μικροσκόπιο, τα σπειράματα έχουν φυσιολογικό μέγεθος και δεν παρουσιάζουν αξιοσημείωτες αλλοιώσεις (εικόνα 1). Η σπειραματική βασική μεμβράνη, το πάχος και η μορφολογία του αγγειακού τοιχώματος και τα ποδοκύτταρα απεικονίζονται φυσιολογικά (εικόνα 2). Σε ορισμένες περιπτώσεις, ειδικά όταν υπάρχει αιματουρία, μπορεί να παρατηρηθεί ήπια έως μέτριου βαθμού μεσαγγειακή υπερπλασία και αύξηση της μεσαγγειακής θεμέλιας ουσίας, με τμηματική ή σφαιρική κατανομή (εικόνα 3).

Σε αντίθεση με τη τμηματική σπειραματική σκλήρυνση, η οποία ως εύρημα αξιολογείται διαγνωστικά σε κάθε περίπτωση, είναι δυνατό να παρατηρηθούν, ακόμα και σε φυσιολογικούς νεφρούς, σπειράματα με σφαιρική (global) σκλήρυνση, σε ποσοστά που κυμαίνονται από 1-10% έως την ηλικία των 40 ετών και που ανέρχονται έως το 30% των σπειραμάτων στην ηλικία των 80 ετών. Το ανώτερο όριο του ποσοστού των 'φυσιολογικά' αναμενόμενων σπειραμάτων με σφαιρική σκλήρυνση ισούται με το μισό της ηλικίας του ασθενούς μείον 10.  Έως αυτό το ποσοστό, η ύπαρξη σφαιρικά σκληρυμένων σπειραμάτων δεν αξιολογείται, δεδομένου ότι δεν συσχετίζεται με άλλες ιστολογικές αλλοιώσεις και, το κυριότερο, δεν επηρεάζει τη φυσική πορεία και τη πρόγνωση της νόσου.

Τα νεφρικά σωληνάρια, ο διάμεσος νεφρικός ιστός και τα νεφρικά αγγεία απεικονίζονται επίσης φυσιολογικά ή με ελάσσονα ευρήματα. Στα σωληναριακό επιθηλιακά κύτταρα, το επικρατέστερο εύρημα είναι η ύπαρξη σταγονιδίων υαλίνης, που οφείλονται στην επαναρρόφηση των διηθούμενων πρωτεϊνών, και καθαρών κενοτοπίων, που ευθύνονται για τα χαρακτηριστικά λιπώδη ωοειδή σωμάτια που βρίσκονται στα ούρα. Η σωληναριακή ατροφία και ίνωση τυπικά απουσιάζουν, ειδικά σε νεώτερους ασθενείς· όταν υπάρχουν εγείρεται η υπόνοια εστιακής τμηματικής σπειραματοσκλήρυνσης. Ωστόσο σε ηλικιωμένους ασθενείς με συνυπάρχουσα υπέρταση μπορεί να υπάρχουν περιοχές με σωληναριακή ατροφία και ίνωση.

Οξεία σωληναριακή βλάβη με εκφυλιστική και αναγεννητική δράση και οι σχετικές παρενθετικές αλλαγές μπορεί να παρατηρηθούν όταν η οξεία νεφρική ανεπάρκεια υπερτίθεται στο ΝΣ σε ασθενείς με MCD (εικόνα 4) (βλ. Παραπάνω «Οξεία νεφρική ανεπάρκεια σε ελάχιστες αλλαγές

Ανοσοφθορισμός

Στη νόσο των ελαχίστων αλλοιώσεων, ο ανοσοφθορισμός είναι τυπικά αρνητικός για εναποθέσεις ανοσοσφαιρίνης ή κλασμάτων του συμπληρώματος. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να υπάρχει θετική χρώση, μικρής ωστόσο έντασης (≤ 1+), για την IgM ανοσοσφαιρίνη και το C3 κλάσμα του συμπληρώματος, αποκλειστικά σε μεσαγγειακές θέσεις. Το εύρημα αυτό είναι μη ειδικό, δεν συνδυάζεται με παρουσία πυκνών σε ηλεκτρόνια εναποθέσεων στην εξέταση με το ηλεκτρονικό μικροσκόπιο, και αποδίδεται στη πρωτεϊνουρία. Η κλινική σημασία του θετικού μεσαγγειακού ανοσοφθορισμού στη νόσο των ελάχιστων αλλοιώσεων παραμένει ασαφής.

○ <5% των περιστατικών MCD έχουν μεσαγγειακή χρώση για IgG, IgM, IgA, C1q, και / ή C3, ιδιαίτερα σε παιδιά - Μπορεί να προβλέψει υψηλότερο ποσοστό αντοχής στα στεροειδή • Τα σταγονίδια σωληναριακής επαναρρόφησης των νεφρών κηλιδώνονται για την αλβουμίνη ○ Συνήθως, υπάρχουν λίγα σταγονίδια ανοσοσφαιρίνης ή C3 σωληνάρια (μεταβλητά).

Ανοσοϊστοχημεία • Μειωμένη νεφρίνη κατά μήκος GBM, που αντιστοιχεί σε απώλεια της σχισμένα διαφράγματα ○ Η απώλεια νεφρίνης παρατηρείται σε άλλες ασθένειες με FPE • Μαρκαδόροι που ευνοούν το FSGS πάνω από το MCD ○ Η CD44 στα επιθηλιακά κύτταρα του τοιχώματος (PEC), ένας δείκτης του δραστηριοποίηση ○ Εκτοπικοί δείκτες PEC σε σπειροειδή θυσάνους Σπάνιες ασθένειες 51 Ελάχιστη ασθένεια αλλαγής - Claudin-1, πρωτεΐνη άγκυρας Α-κινάσης, αδενοσίνη-Α3 ○ Διατήρηση της α- και β-δυστρογλυκάνης σε μερικά αλλά όχι όλα σπουδές • Μαρκαδόροι που ευνοούν το MCD πάνω από το FSGS ○ Podocyte CD80 (B7.1)

Μελέτες ανοσοφθορισμού έχουν αναφέρει γενικά ότι οι ανοσοσφαιρίνες απουσιάζουν από τα σπειράματα (114,144) και στις περισσότερες περιπτώσεις, η παρουσία σημαντικών σπειραματικών ανοσολογικών καταθέσεων αποκλείει τη διάγνωση MCD. Ανοσοσφαιρίνες, ιδιαίτερα IgM, και το συμπλήρωμα (C3), όταν υπάρχουν, είναι χαμηλής έντασης και εντοπίζονται στο μεσάγγιο, και είναι δεν σχετίζεται με αντίστοιχες εναποθέσεις πυκνών ηλεκτρονίων (144). Μελέτες που συνέκριναν ασθενείς με τόσο μικρά θετικά ευρήματα για τον ανοσοφθορισμό έναντι εκείνων που είχαν αρνητικά ευρήματα δεν βρήκαν καμία διαφορά στην ανταπόκρισή τους στο στεροειδές θεραπεία, και οι συγγραφείς είχαν την τάση να θεωρούν την εστιακή εναπόθεση ανοσοσφαιρίνης ως δευτερεύουσα σε σχέση με την πρωτεϊνουρία και όχι πρωτογενούς παθογόνου σημασίας (173). Μια πρόσφατη μελέτη επανεξέτασε την παρουσία IgM σε ένα μεσαγγειακό μοτίβο και διαπιστώθηκε ότι τα παιδιά με τέτοιο μοτίβο ανοσοφθορισμού σε περιβάλλον MCD είχαν φτωχότερο ανταπόκριση στα στεροειδή και μεγαλύτερη πιθανότητα ανάπτυξης νεφρικής ανεπάρκειας ακόμη και ελλείψει εναποθέσεων μέσω ηλεκτρονίων μικροσκοπία (174). Αυτό συζητείται περαιτέρω στην ενότητα για νεφροπάθεια IgM παρακάτω. Σταγονίδια υαλίνης σε σωληνοειδή επιθηλιακά κύτταρα μπορεί να δώσουν θετική χρώση για λευκωματίνη και άλλες πρωτεΐνες ορού. Η εικόνα είναι περίπλοκη όταν οι ασθενείς με NS έχουν κλινικά χαρακτηριστικά που υποδηλώνουν MCD αλλά διαπιστώνεται ότι έχουν διαδεδομένες, έντονες αποθέσεις ανοσοσφαιρινών και συμπληρώματος και όταν υπάρχουν ενδείξεις σπειραματικών ανοσοαντιδρών υποστηρίζεται από την παρουσία εναποθέσεων πυκνών ηλεκτρονίων. Έχουν αναφερθεί παιδιά με NS με την εμφάνιση MCD σε μικροσκοπία φωτός αλλά με εμφανείς μεσαγγειακές αποθέσεις IgA με μελέτες ανοσοφθορισμού (175,176,177,178) και μεσαγγειακές εναποθέσεις πυκνών ηλεκτρονίων μαζί με εκτεταμένο FPE σε υπερδομική εξέταση (όταν ήταν διαθέσιμο) (176,178). Το NS είναι παρόν μόνο σε περίπου 5% των ασθενών με IgA (175) και μεταξύ των 15 παιδιών σε αυτά τα τέσσερα μελέτες, μόνο 5 είχαν αιματουρία, το συνηθισμένο χαρακτηριστικό της νεφροπάθειας IgA. Στην τελευταία παρακολούθηση, όλοι μπήκαν ύφεση, αν και μερικοί είχαν υποστεί υποτροπές σε διάφορα σημεία κατά τη διάρκεια της νόσου τους. Κάποιες ομάδες (176,179) θεωρούν ότι αυτές οι περιπτώσεις αντιπροσωπεύουν μια παραλλαγή νεφροπάθειας IgA. Αρκετοί άλλοι ερευνητές (175,177,178,180,181) τα θεωρούν ως MCD με τυχαίες μεσαγγειακές αποθέσεις IgA επειδή η κλινική πορεία περισσότερο μοιάζει πολύ με το MCD και υπάρχει εκτεταμένο FPE απουσία περιφερειακών αποθέσεων τριχοειδών τοιχωμάτων. Άλλοι συγγραφείς πιστεύουν ότι αυτοί οι ασθενείς έχουν νεφροπάθεια τόσο MCD όσο και IgA (182). Ομοίως, η νεφροπάθεια IgM και C1q είναι πρωταρχικές σπειραματικές παθήσεις στις οποίες μπορεί να παρατηρηθούν μεσαγγειακές ανοσοκαταθέσεις σε ασθενείς με NS και φυσιολογικές ή σχεδόν φυσιολογικές σπειράματα με μικροσκοπία φωτός. Από τη νεφρική έκβαση και εκ νέου

Ηλεκτρονικό μικροκόπιο

Η διάγνωση της νόσου των ελάχιστων αλλοιώσεων επιβεβαιώνεται με το ηλεκτρονικό μικροσκόπιο, όπου αποκαλύπτεται η εντυπωσιακή αλλαγή του σχήματος των ποδοκυττάρων. Το κύριο εύρημα είναι η διάχυτη και εκτεταμένη απόσυρση των ποδοειδών προσεκβολών, με επιπέδωση του κυτταρικού σώματος των ποδοκυττάρων. Η απόσυσρη των ποδοειδών προσεκβολών δεν οφείλεται σε σύντηξη αλλά σε ανάκλησή τους (: επανενσωμάτωση) στο κυτταρικό σώμα του ποδοκυττάρου λόγω της αναδιοργάνωσης του κυτταροσκελετού (εικόνα 5). Πέραν της απόσυρσης μπορεί να διαπιστωθεί και αποπλάτυσνη των ποδοδειδών προσεκβολών. Στη πλειονότητα των περιπτώσεων τα ευρήματα αυτά υπερβαίνουν σε έκταση το 75% της συνολικής επιφάνειας της τριχοειδικής αγκύλης, και σε κάθε περίπτωση το 50% αυτής (διάχυτο πρότυπο βλάβης). Μετά την ύφεση της νόσου, η μορφολογία των ποδοκυττάρων επανέρχεται γενικά στο φυσιολογικό και οι ποδοειδείς προσεκβολλές επανεμφανίζονται. Η απόσυρση των ποδοειδών προσεκβολών δεν είναι παθογνωμονικό εύρημα για τη νόσο των ελάχιστων αλλοιώσεων δεδομένου ότι μπορεί να βρεθεί και σε άλλες πρωτεϊνουρικές νεφρικές νόσους.

Οπως ήδη αναφέρθηκε στη νόσο των ελαχίστων αλλοιώσεων δεν διαπιστώνεται η παρουσία πυκνών σε ηλεκτρόνια εναποθέσεων συμπεριλαμβανομένων των θέσεων που αντιστοιχούν στον ενδεχόμενο θετικό ανοσοφθορισμό· σε αντίθετη περίπτωση θα πρέπει να πιθανολογηθεί μια εναλλακτική διάγνωση, όπως για παράδειγμα αυτή της IgM ή της C1q νεφροπάθειας

Νόσος των ελαχίστων αλλοιώσεων στο νεφρικό μόσχευμα


Η εκδήλωση μεμβρανώδους νεφροπάθειας στο νεφρικό μόσχευμα έχει συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο απώλειας του μοσχεύματος. Οφείλεται είτε σε υποτροπή της ίδιας πρωτοπαθούς νόσου που υπήρχε στους φυσικούς νεφρούς είτε σε de novo εμφάνιση της νόσου σε έναν μεταμοσχευμένο ασθενή, που παρουσίασε νεφρική ανεπάρκεια λόγω άλλης υποκείμενης αιτίας. Τα επιδημιολογικά και κλινικά χαρακτηριστικά των δυο αυτών μορφών, καθώς επίσης και η παθογένειά τους διαφέρουν ως ένα βαθμό και συζητούνται συνοπτικά στη συνέχεια. Σε ιδιαίτερα σπάνιες περιπτώσεις η μεμβρανώδης νεφροπάθεια στο νεφρικό μόσχευμα μπορεί να οφείλεται σε νόσο προερχόμενη από τον δότη νεφρού.

Υποτροπή της μεμβρανώδους νεφροπάθειας στο νεφρικό μόσχευμα

Το ποσοστό υποτροπής της πρωτοπαθούς μεμβρανώδους νεφροπάθειας στο νεφρικό μόσχευμα έχει εκτιμηθεί, σε διάφορες σειρές ασθενών, από 7 έως 45%, με τα υψηλότερα ποσοστά να αναφέρονται από κέντρα που διενεργούν βιοψίες πρωτοκόλλου μετά τη μεταμόσχευση νεφρού. Δεν υπάρχουν στοιχεία για τη δευτεροπαθή μεμβρανώδη νεφροπάθεια. Η κλινική παρουσίαση της υποτροπής είναι γενικά παρόμοια της πρωτοπαθούς μεμβρανώδους νεφροπάθειας (: νεφρωσικό σύνδρομο) και συνήθως είναι εμφανής 13 - 15 μήνες μετά τη μεταμόσχευση νεφρού. Ωστόσο, σε κέντρα που εφαρμόζουν αυξημένη παρακολούθηση και διενεργούν βιοψίες πρωτοκόλλου η διάγνωση μπορεί να γίνει νωρίτερα με την αναγνώριση χαμηλότερων επιπέδων πρωτεϊνουρίας. Τέλος, σε σπάνιες περιπτώσεις η νόσος μπορεί να εκδηλωθεί κλινικά ως απώλεια του νεφρικού μοσχεύματος.

Κατά αναλογία με τη παθογένεια της πρωτοπαθούς νόσου, η υποτροπιάζουσα μεμβρανώδης νεφροπάθεια οφείλεται στη στόχευση των ενδογενών ποδοκυτταρικών αντιγόνων (PLA2R ή της THSD7A) του νεφρικού μοσχεύματος από τα ήδη προσχηματισμένα κυκλοφορούντα αυτοαντισώματα (για παράδειγμα, αντισώματα έναντι του PLA2R ή της THSD7A των φυσικών νεφρών), τον σχηματισμό υποεπιθηλιακών ανοσοεναποθέσεων, την ενεργοποίηση του συμπληρώματος με τελικό αποτέλεσμα τη βλάβη του φραγμού διήθησης και την εκδήλωση πρωτεϊνουρίας. Η εκτίμηση της χυμικής ανοσίας του λήπτη νεφρικού μοσχεύματος, με τον προσδιορισμό των τίτλων αυτοαντισωμάτων έναντι του PLA2R, κατά τη περίοδο της μεταμόσχευσης είναι ως εκ τούτου σημαντική. Παρότι η χορηγούμενη με τη μεταμόσχευση νεφρού υποβαθμίζει σε γενικές γραμμές τις χυμικές ανοσολογικές απαντήσεις του λήπτη και ειδικότερα μειώνει τα υπεύθυνα, κατά περίπτωση, κυκλοφορούντα αυτοαντισώματα, σε λήπτες με υψηλό τίτλο αυτοαντισωμάτων πρέπει να γίνεται προσεκτική παρακολούθηση του τίτλου τους και μετά τη μεταμόσχευση νεφρού και να εξετάζεται επιπλέον το ενδεχόμενο προφυλακτικής αγωγής (πλασμαφαίρεση) πριν τη μεταμόσχευση νεφρού, για τη προστασία από το ενδεχόμενο υποτροπής.

Τα στοιχεία που συνηγορούν υπέρ της διάγνωσης της υποτροπής της νόσου περιλαμβάνουν το ιστορικό πρωτοπαθούς μεμβρανώδους νεφροπάθειας στους φυσικούς νεφρούς, τη παρουσία αυτοαντισωμάτων έναντι του PLA2R (ή της THSD7A), τη θετική χρώση για τον PLA2R (ή της THSD7A) στις υποεπιθηλιακές ανοσοεναποθέσεις και την επικράτηση ή συνεπικράτηση του igG4 υπότυπου στις IgG ανοσοσφαιρικές εναποθέσεις.

De novo μεμβρανώδης νεφροπάθεια του νεφρικού μοσχεύματος

Η επίπτωση της de novo μεμβρανώδους νεφροπάθειας σε ενήλικες ασθενείς εκτιμάται σε 1 - 2% μετά τη μεταμόσχευση και αυξάνεται με τη πάροδο του χρόνου· αναφέρεται συχνότητα έως 5,3% στα 8 έτη μετά τη μεταμόσχευση. Στο παιδιατρικό πληθυσμό η συχνότητα εμφάνισης de novo μεμβρανώδους νεφροπάθειας είναι υψηλότερη, έως 9%. Εκδηλώνεται ως ασυμπτωματική νόσος ή με ευρέος φάσματος πρωτεϊνουρία, συνήθως αρκετά έτη μετά τη μεταμόσχευση νεφρού. Η μορφή αυτή έχει συσχετιστεί με χρόνια απόρριψη και μεσολαβούμενη από αντισώματα απόρριψη του νεφρικού μοσχεύματος, καθώς επίσης και με λοίμωξη από ηπατίτιδα B ή C, νεφρικό έμφρακτο, ουρητηρική απόφραξη, θεραπεία με αντι-αγγειογενετικούς παράγοντες (: έναντι του αυξητικού αγγειακού παράγοντα του ενδοθηλίου). Σε ιδιαίτερα σπάνιες περιπτώσεις έχει παρατηρηθεί ως επιπρόσθετη σπειραματική βλάβη σε υποτροπή της IgA νεφροπάθειας μετά τη μεταμόσχευση.

Η παθογένεια της de novo μεμβρανώδους νεφροπάθειας δεν έχει αποσαφηνισθεί και ενδεχομένως δεν είναι ενιαία. Έχει υποτεθεί ότι διάφορες καταστάσεις, συμπεριλαμβανομένων της ιογενούς λοίμωξης, της ουρητηρικής απόφραξης, της ισχαιμίας του μοσχεύματος ή άλλης ανοσολογικής διαδικασίας, μπορεί να οδηγήσουν σε βλάβη των ποδοκυττάρων, με αποτέλεσμα την αποκάλυψη και έκθεση στην επιφάνεια των ποδοκυττάρων κρυπτικών αντιγονικών επιτόπων, διαφορετικών των αντίστοιχων της PLA2R ή του THSD7A. Η προκαλούμενη ανοσολογική απάντηση οδηγεί σε δημιουργία αντισωμάτων, με τελικό σποτέλεσμα τον in situ σχηματισμό των τυπικών για τη μεμβρανώδη νεφροπάθεια ανοσυμπλεγμάτων σε υποεπιθηλιακές θέσεις. Ειδικά στη de novo μεμβρανώδη νεφροπάθεια που σχετίζεται με μεσολαβούμενη από αντισώματα απόρριψη του μοσχεύματος έχει προταθεί η συμμετοχή ανοσολογικών απαντήσεων έναντι αντιγόνων προερχόμενων απο το δότη.

Στη de novo μεμβρανώδη νεφροπάθεια συνήθως δεν ανιχνεύονται αντισώματα έναντι του PLA2R (ή της THSD7A) και δεν αναφέρεται ιστορικό πρωτοπαθούς μεμβρανώδους νεφροπάθειας στους φυσικούς νεφρούς. Στη βιοψία του μοσχεύματος, οι χρώσεις για εναποθέσεις που περιλαμβάνουν αντισώματα έναντι του PLA2R (ή της THSD7A) είναι τυπικά αρνητικές, και ο επικρατών igG ανοσοφαιρινικός υπότυπος στις σπειραματικές εναποθέσεις είναι η  igG1 ανοσοσφαιρίνη.


Εκτύπωση  
© 2018 Your Company. Designed by JoomShaper

Secure Payment

Payment 01
Payment 02
Payment 03