Η ακυκλοβίρη (aciclovir) είναι αντι-ιικός παράγοντας που δρα έναντι του ιού του απλού έρπητα (HSV-1 και HSV-2) και του ιού της ανεμοβλογιάς-ζωστήρα, μέσω αναστολής της DNA πολυμεράσης του ιού και ενσωμάτωσης στο αναπτυσσόμενο ιικό DNA. Η ακυκλοβίρη απομακρύνεται σχεδόν αποκλειστικά από τους νεφρούς μέσω σπειραματικής διήθησης και ενεργού σωληναριακής έκκρισης.

Στοιχεία φαρμακολογίας

Η ακυκλοβίρη είναι ένα συνθετικό ανάλογο της πουρίνης με in vitro και in vivo ανασταλτική δραστικότητα έναντι του ιού απλού έρπητα τύπου 1 (HSV-1), 2 (HSV-2) και του ιού ανεμευλογιάς-ζωστήρα (VZV). Η ανασταλτική δραστικότητα της ακυκλοβίρης είναι εξαιρετικά εκλεκτική για τους ιούς αυτούς, λόγω της συγγένειάς της με το ένζυμο κινάση της θυμιδίνης, που κωδικοποιείται από τους HSV και VZV. Η ακυκλοβίρη με τη δράση της κινάσης της θυμιδίνης μετατρέπεται αρχικά σε μονοφωσφορική ακυκλοβίρη, και στη συνέχεια με τη δράση άλλων ενζύμων σε τριφωσφορική ακυκλοβίρη.

Η τριφωσφορική ακυκλοβίρη είναι ανάλογο νουκλεοτιδίου και με πολλαπλούς μηχανισμούς σταματά την αντιγραφή του ιικού DNA. Αυτοί περιλαμβάνουν την ανταγωνιστική αναστολή και την αδρανοποίηση της DNA πολυμεράσης του ιού καθώς επίσης και την ενσωμάτωσή της στην αναπτυσσόμενη ιϊκή αλυσίδα με επακόλουθο τερματισμό της αντιγραφής.

Ενδείξεις και δοσολογικά σχήματα σε ενήλικες ασθενείς

Η ακυκλοβίρη ενδείκνυται για τη θεραπεία του έρπητα ζωστήρα, του έρπητα των γεννητικών οργάνων και της ανεμοβλογιάς.

Εγκεκριμένη οδηγία φαρμάκου

Η δόση εφόδου δεν τροποποιείται. Για τη θεραπεία συντήρησης, προτείνεται το ακόλουθο δοσολογικό σχήμα:

Clcreat (ml/min) Δόση και μεσοδιάστημα χορήγησης
≥ 50 100% της δόσης κάθε 8 ώρες (: δεν απαιτείται προσαρμογή)
25 - 50 100% της δόσης κάθε 12 ώρες
10 - 25 100% της δόσης κάθε 24 ώρες
< 10 (μη αιμοκαθαιρόμενοι) 50% της δόσης κάθε 24 ώρες
Εναλλακτική οδηγία

κξςσχ

Προσαρμογή σε επηρεασμένη νεφρική λειτουργία

Εγκεκριμένη οδηγία φαρμάκου

Η δόση εφόδου δεν τροποποιείται. Για τη θεραπεία συντήρησης, προτείνεται το ακόλουθο δοσολογικό σχήμα:

Clcreat (ml/min) Δόση και μεσοδιάστημα χορήγησης
≥ 50 100% της δόσης κάθε 8 ώρες (: δεν απαιτείται προσαρμογή)
25 - 50 100% της δόσης κάθε 12 ώρες
10 - 25 100% της δόσης κάθε 24 ώρες
< 10 (μη αιμοκαθαιρόμενοι) 50% της δόσης κάθε 24 ώρες
Εναλλακτική οδηγία

κξςσχ

</div

Προσαρμογή σε υποκατάσταση της νεφρικής λειτουργίας

Νεφροτοξικότητα

Η κύρια νεφρική επιπλοκή είναι η οξεία νεφρική βλάβη λόγω ενδοσωληναριακής απόφραξης (νεφροπάθεια από κρυστάλλους) που εμφανίζεται περίπου στο 12 - 48% των περιπτώσεων. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, η ακυκλοβίρη απεκκρίνεται ταχέως με σπειραματική διήθηση και σωληναριακή έκκριση με αποτέλεσμα να δημιουργούνται υψηλές συγκεντρώσεις στα νεφρικά σωληνάρια. Αυτό σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η ακυκλοβίρη είναι σχετικά αδιάλυτη στο πρόουρο, ειδικά στο άπω σωληνάριο, οδηγεί σε σχηματισμό και καθίζηση κρυστάλλων, με επακόλουθη ενδοσωληναριακή απόφραξη και διάμεση φλεγμονή. Τυπικά η κρυσταλλουρία και η επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας εκδηλώνονται 24 - 48 ώρες μετά την έναρξη της θεραπείας.

Στους προδιαθεσικούς παράγοντες για την εμφάνιση νεφροτοξικότητας περιλαμβάνεται η ταχεία ενδοφλέβια χορήγηση υψηλών δόσεων, η συγχορήγηση με άλλους νεφροτοξικούς παράγοντες, η υποογκαιμία και η προϋπάρχουσα νεφρική νόσος.

Πέραν της οξείας νεφρικής βλάβης, έχουν επίσης περιγραφεί:

  • περιπτώσεις οξείας διάμεσης νεφρίτιδας που έχουν αποδοθεί σε άμεση τοξική επίδραση του φαρμάκου στο σωληναριακό επιθήλιο και συνοδό φλεγμονώδη διήθηση του διάμεσου νεφρικού ιστου, ακόμα και σε απουσία κρυσταλλουρίας, και
  • περιπτώσεις θρομβωτικής μικροαγγειοπάθειας.


Εκτύπωση   Email